Αρχική ΑΠΟΨΕΙΣ Ο Ναΐμ όπως το γνώρισα και τον έζησα…

Ο Ναΐμ όπως το γνώρισα και τον έζησα…

Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

Ο άνθρωπος με τα τρία κατά καιρούς, επίθετα δεν υπάρχει πιά. 

Συνέβη αυτό ακριβώς το μοιραίο που όλοι περίμεναν. Μάλιστα, δύο – τρεις φορές ακόμα και ο ίδιος…

Ο πρώην Βούλγαρος και μετέπειτα Τούρκος πρωταθλητής της άρσης βαρών, ο Ναΐμ Σουλεϊμάνοφ, μετά Σαλαμάνοφ και κατόπιν Σουλεϊμάνογλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 50 χρονών.

Πλήρης ημερών δόξας, χρήματος και ιστορίας. Μικρός ωστόσο βιολογικά.

Τον κατέστρεψε το ποτό και το τσιγάρο. Γενικώς η άστατη ζωή.

Τον γνώρισα από κοντά. Από τις πρώτες ημέρες που φάνηκε στο προσκήνιο. Από έφηβο στη Βουλγαρία όταν τον ανακάλυψε στο χωριό του και τον ανέδειξε σε έναν από τους μεγαλύτερους αθλητές της ιστορίας της άρσης βαρών, ο προπονητής του Ιβάν Αμπατζίεφ.

Θα σας διηγηθώ όσα θυμάμαι από τη ζωή του σαν μικρές ιστορίες.

Το ρεπορτάζ και όσα αφορούν την επικαιρότητα σχετικά με τον θάνατο του τα αφήνω για άλλους.

 

Το 1986, πιτσιρικάς τότε, ο Ναΐμ αγωνίστηκε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα άρσης βαρών που διεξαγόταν στη Σόφια.

Ήταν ήδη το μεγάλο ταλέντο της άρσης βαρών της παντοδύναμης Βουλγαρίας.

Όλοι είχαν πέσει πάνω του.

Λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε έρθει στην Αθήνα μια αθλήτρια από τον Καναδά που έλεγε πως ήταν ξετρελαμένη με τον Ναΐμ που ποτέ δεν ξεπέρασε σε μπόι το 1μ50.

Ήταν φίλη και γνωστή ενός Έλληνα πρωταθλητή και ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στη Σόφια ως τουρίστρια για να παρακολουθήσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα και ίσως να καταφέρει να γνωρίσει τον μεγάλο έρωτα της.

Δεν συνέβη ποτέ. Ο Ναΐμ δεν πήγαινε ούτε στην τουαλέτα χωρίς τη συνοδεία τριών πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών της γειτονικής χώρας.

Πολλοί έλεγαν τότε ότι φοβόντουσαν μη τυχόν και αποσκιρτήσει από την Βουλγαρία. Άλλοι έλεγαν ότι τέτοια προστασία πρόσταζε τότε σε τέτοιες περιπτώσεις επωνύμων το σύστημα.

Ο Ναΐμ γεννήθηκε ως Σουλεϊμάνοφ. Αργότερα και μετά από μια σοβαρή κρίση της κυβέρνησης Ζίφκοφ με τη μουσουλμανική μειονότητα, πάρθηκαν σκληρά μέτρα και με το ζόρι υποχρεώθηκαν όλοι τους να αλλάξουν επίθετα έτσι ώστε να θυμίζουν περισσότερο τη Βουλγαρία παρά την Τουρκία.

Έτσι ο Ναΐμ «γεννήθηκε» εκ νέου, αυτή τη φορά ως Σαλαμάνοφ.

Δεν του άρεσε ποτέ αυτή η ενέργεια των αρχών και γρήγορα ενέδωσε στις παρασκηνιακές πιέσεις Τούρκων ώστε να αλλάξει πατρίδα με αντάλλαγμα ένα σαράι λίρες.

                             Η ΦΥΓΗ

 

Τα λεφτά ήταν πολλά, οι υποσχέσεις ακόμα περισσότερες.

Ο Ναΐμ την… κοπάνησε για την Τουρκία από την Αυστραλία όπου βρισκόταν για το παγκόσμιο κύπελλο.

Ένα βράδυ δεν επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Σήμανε συναγερμός, αλλά οι Βούλγαροι και φυσικά ο προπονητής του δεν τον έβρισκαν πουθενά.

Τα νέα μαθεύτηκαν την επόμενη ημέρα. Ο Ναΐμ ζήτησε πολιτικό άσυλο στη τουρκική πρεσβεία.

Η είδηση ήταν συγκλονιστική. Αυτό που φοβόταν οι Βούλγαροι έγινε. Όπως έγινε και αυτό που ήθελαν τόσο πολύ και οι Τούρκοι.

Το προεδρικό αεροπλάνο του προέδρου της Τουρκίας Οζάλ στάλθηκε να τον παραλάβει να τον μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε οργανωθεί φιέστα από 1.000.000 Τούρκους στο αεροδρόμιο.

Γκάφα μεγάλη.

Το αεροπλάνο υπέστη βλάβη και έμεινε για αλλαγή κινητήρα στη Σιγκαπούρη. Η φιέστα χάλασε, τα μούτρα των επισήμων ήταν κατεβασμένα.

Οι Τούρκοι έγιναν …Τούρκοι από το κακό τους.

Όλη η προσπάθεια στη συνέχεια είχε έναν στόχο. Πώς η Βουλγαρία θα επιτρέψει στον Ναΐμ να αγωνίζεται πλέον με την τουρκική σημαία ιδιαίτερα ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Σεούλ.

Οι Βούλγαροι αρχικά ήταν ανένδοτοι. Μία κρίσιμη συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο «Μ.Βρετανία».

Ο Μπόικο Μπορίσοφ, Βούλγαρος ανταποκριτής του πρακτορείου ειδήσεων στην Αθήνα, ήταν φίλος μου.

Μου ζήτησε να πάρω μέρος σε μια συνάντηση με ανθρώπους του υπουργείου εξωτερικών της πατρίδας του, όπως και έγινε.

Ήθελαν τη βοήθεια μου ώστε να ενημερωθεί μέσα από τις προσωπικές μου σχέσεις με τα μεγάλα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων, σωστά η κοινή γνώμη σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μάλιστα γνώριζαν πολύ καλά και το παρελθόν μου στη Βουλγαρία, την ερωτική μου σχέση με την Λουντμίλα από την Στάρα Ζαγόρα. Μου υποσχέθηκαν ότι και αν ζητούσα.

Τελικά, έξι μήνες αργότερα, οι ίδιοι πούλησαν το Ναΐμ για 1.000.000 δολάρια προκειμένου να δώσουν την άδεια στην Τουρκία για τη συμμετοχή του.

Ο προπονητής του Ιβάν Αμπατζίεφ είχε πέσει σε κατάθλιψη.

Τον ρώτησα λοιπόν όταν ήρθε στην Αθήνα πως ένοιωσε όταν έμαθε τη φυγή του αθλητή του. Μου απάντησε ως εξής:

«Υπήρχε κάποτε στη Ρωσία ένας διάσημος ζωγράφος. Στο υπόγειο του σπιτιού του είχε δημιουργήσει έναν πίνακα που τον θεωρούσε απόλυτα προσωπικό και δεν εξέθετε ποτέ σε εκθέσεις ζωγραφικής. Λέγε – λέγε, η γυναίκα του, μετά από χρόνια τον έπεισε να τον εκθέσει σε γκαλερί με το σκεπτικό πως ένα τέτοιο έργο δεν πρέπει να μένει κρυφό από τα μάτια όλων. Την άκουσε και πράγματι σύντομα έγιναν τα εγκαίνια της έκθεσης του. Χιλιάδες άνθρωποι έβλεπαν τη δημιουργία του ώσπου μια μέρα, ένας τρελός έσκισε τον πίνακα του με ένα μαχαίρι. Έτσι ένοιωσα και εγώ».

 Στις αρχές του 1988, ο Ναΐμ έχει το  «οκ» για τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ την ίδια χρονιά, με τα χρώματα της Τουρκίας.

Ωστόσο χρειάζεται και την πρόκριση που πρέπει να την διεκδικήσει στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα της Ουαλίας.

Την ώρα που μπαίνω εγώ στο κλειστό γήπεδο του Κάρντιφ βλέπω λίγα μέτρα μπροστά μου τον Αμπατζίεφ.

Πλησιάζω να τον χαιρετήσω και αντιλαμβάνομαι ότι είναι… παγωμένος.

Σε απόσταση 10 μέτρων , στην άλλη μεριά της εισόδου, στεκόταν, επίσης… παγωμένος ο Ναΐμ.

Συναντιόνται για πρώτη φορά μετά τη φυγή του. Κοιτιούνται στα μάτια, κανένα νεύμα.

Τελικά, ο Ναΐμ, με γοργά βήματα, τον πλησιάζει, πέφτει στα γόνατα και του φιλάει το χέρι.

Όπως κάνουν πατέρας και γιός στη Τουρκία.

Ο Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου όπως πλέον έγινε στην Τουρκία, κερδίζει τους Ολυμπιακούς Αγώνες με μοναδική ευκολία.

Ο Αμπατζίεφ μου έχει πεί:

«Οι μυς του ανθρωπίνου σώματος έχουν μνήμη. Όσο θα συνεχίσει να γυμνάζεται ο Ναΐμ με το δικό μου πρόγραμμα, θα μπορέσει να κρατηθεί σε υψηλό επίπεδο ένα χρόνο ακόμα. Μετά θα πέσει η απόδοση του, εκτός και αν βρίσκεται υπό τη δική μου επίβλεψη».

Αυτό όμως ήταν να συμβεί με τις σχέσεις Βουλγαρίας – Τουρκίας.

Το 1990 καταρρέει το ανατολικό μπλοκ και ο Ναίμ που βλέπει ότι κάτι δεν πάει καλά στις προπονήσεις του πείθει τη τουρκική ομοσπονδία να προσφέρει ένα χρυσό συμβόλαιο συνεργασίας στην Αμπατζίεφ. Το ζευγάρι ξανασμίγει και ο Ναΐμ παραμένει στη κορυφή.

Ωστόσο, παρά τις αντιρρήσεις του Ιβάν, μπλέκει με μια χορεύτρια της κοιλιάς και ο έρωτας τον χτυπάει κατακούτελα. Σχεδόν καταστρέφεται.

Μέχρι να την πιάσει σε αγκαλιά άλλου, της έχει χαρίσει ήδη τέσσερα διαμερίσματα από τα πριμ που λάμβανε από τις απανωτές νίκες του και τα παγκόσμια ρεκόρ.

Αρχίζει το ποτό που έρχεται να προστεθεί στα δύο πακέτα τσιγάρο που καπνίζει καθημερινά.

Όλοι πέφτουν πάνω του αλλά αυτός δεν κόβει καμιά από τις κακές συνήθειες του.

Μπαίνει για πρώτη φορά στο νοσοκομείο, σε κακή κατάσταση αλλά τη γλιτώνει. Νιώθει άτρωτος χωρίς να είναι. Η ομοσπονδία στίβου της Τουρκίας πληρώνει με μηνιάτικο δύο συναθλητές του που μαζί με τον αδελφό του Μουχάρεμ βρίσκονται κάθε μέρα μαζί του. Πίνουν τα ποτά που παραγγέλνει. Αυτός όμως πίνει και κρυφά.

Κάποια στιγμή, φανερά εξουθενωμένος αποκαλύπτει:

«Κουράστηκα να ζώ, καλύτερα να φύγω».

Και όμως είναι ούτε 50 χρονών, χωρίς οικογένεια, χωρίς παιδιά.

Ο Βαλέριος Λεωνίδης μιλούσε πολλές φορές μαζί του στο τηλέφωνο. Ένοιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στον μεγάλο αντίπαλο του. Είχαν καλή σχέση παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως δύο – τρεις φορές, οι κριτές τον έκλεψαν στη ζύγιση υπέρ του Τούρκου και έχασε χρυσά μετάλλια. Πολλές φορές του… συγχωρούσαν το τρέμουλο της μπάρας που της έδινε κίνηση και ευκολότερη ώθηση, κάτι που απαγορεύεται.

Ο Ναΐμ, πάει, έφυγε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πως κάπνιζε με την πίπα του το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο, δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα του να πίνει ουίσκι σαν το σφουγγάρι, ούτε και τις εκδηλώσεις λατρείας των Τούρκων στο πρόσωπο του.

 Είναι βέβαιο ότι στη κηδεία του θα βρεθούν χιλιάδες συμπολίτες του και φυσικά και ο Ταγίπ Ερντογάν.

  • Ο Τάσος Παπαχρήστου υπήρξε αθλητής στίβου (ρίψεις). Είναι αθλητικός συντάκτης, υπεύθυνος Τύπου στην Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, ενώ υπήρξε για πολλά χρόνια υπεύθυνος της γραφείου Τύπου της Ελληνικής Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών. Έχει παρακολουθήσει ως δημοσιογράφος οκτώ ολυμπιακές διοργανώσεις.