Home / ΔΙΑΦΟΡΑ / Δ.Ο.Ε. -Ε.Ο.Ε. / Οι αναμνήσεις μιας γεμάτης (αθλητικής) ζωής…

Οι αναμνήσεις μιας γεμάτης (αθλητικής) ζωής…

Ηοικογένεια Μπόνα έχει γράψει (και εξακολουθεί να γράφει)  τη δική της ξεχωριστή ιστορία στην ελληνική ιστιοπλοΐα και τον αθλητισμό, γενικότερα. Ο κ. Στέλιος Μπόνας, ο μεγαλύτερος από τα 7 αδέλφια της οικογένειας, εξακολουθεί στα 88 του χρόνια, ακμαιότατος, να ασχολείται καθημερινά με την μεγάλη του αγάπη. Αποτελεί μεγάλη τιμή για το welovesports που ξετυλίγει το κουβάρι της μυθιστορηματικής ζωής του. Ας τον απολαύσουμε:

 Ας παρακολουθήσουμε την αφήγηση του Στέλιου Μπόνα:

“Γεννήθηκα στη Κέρκυρα το 1930. Τον Αύγουστο όμως του 1940 ήρθα με τον πατέρα μου στην Αθήνα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου έκανε αυτή την επιλογή. Στην Κέρκυρα είχαμε το ωραίο μας σπίτι, τους κήπους μας, την άνεση μας. Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος και έκανε τον πιλότο στο νησί, δεν ήθελε να ταξιδεύει, είχε παντρευτεί και μεγάλος…Είμασταν μια χαρά. Ήταν λοιπόν μια θαλαμηγός με ιταλική σημαία και έπρεπε να τη φέρουν στην Αθήνα για επισκευή. Την έφερε και με πήρε μαζί. Είχα τελειώσει και το σχολείο, τη Δ’ Δημοτικού δηλαδή. Ήρθαμε και περιμέναμε να έρθουν τα ανταλλακτικά από τη Γερμανία. Πού να έρθουν όμως…. Όλες οι βιομηχανίες είχαν μετατραπεί σε πολεμικές. Δεν ήρθαν ποτέ τα ανταλλακτικά. Και αντί να με πάρει να επιστρέψουμε στο σπίτι μας, τηλεγράφησε και ήρθε και η μητέρα μου εδώ με τα άλλα δυο μου αδέλφια. Εν όψει πολέμου… Μετά από πολλά χρόνια όταν τον ρώτησα “γιατί πατέρα έκανες αυτή την επιλογή” μου απάντησε “φοβόμουν να επιστρέψω στην Κέρκυρα γιατί θα έπεφτε στους ιταλούς και είχα χαστουκίσει τον πρόξενο”.

Περάσαμε πολύ άσχημα άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Έφτασα στο τελευταίο στάδιο να πεθάνω από ασιτία, τα πόδια μου είχαν πρησθεί, έτρεξαν οι γείτονες και με έσωσαν. Μέσα στη κατοχή απέκτησα και άλλα αδέλφια, είμασταν επτά συνολικά, 4 αγόρια, 3 κορίτσια, έχει πεθάνει ο ένας μου αδελφός, ο Σπύρος. Εγώ είμαι ο μεγαλύτερος και με τον μικρότερο τον Αντώνη έχουμε 18 χρόνια διαφορά. Στην Κέρκυρα δεν πήγα πάλι να μείνω, μόνο για λίγο και για διακοπές…

Στη διάρκεια του πολέμου η έννοια μας ήταν να εξασφαλίσουμε τον επιούσιο. Με μια βάρκα που είχα κουβαλάγαμε ντομάτες και τρόφιμα, ότι μπορούσαμε. Και όταν τελείωσε ο πόλεμος, ξαναπήγα σχολείο, δυο ακόμα τάξεις στο Δημοτικό και μετά στο Γυμνάσιο. Το απολυτήριο μου λέει “απόφοιτος τετάρτης γυμνασίου”. Είχα φτάσει πλέον στα 21 μου και κατατάχθηκα στο Στρατό. Υπηρέτησα 32 μήνες στο Ναυτικό. Τα έφερε έτσι η μοίρα που όλη μου η ζωή είναι έντονα συνυφασμένη με το υγρό στοιχείο.

Να ξαναγυρίσουμε στην κατοχή. Δυο φορές ήρθα μια ανάσα από το θάνατο.Η πρώτη στον βομβαρδισμό του Πειραιά, τον Ιανουάριο του 1944. Βρέθηκα στο κέντρο της πόλης εκεί που έγινε η καταστροφή. Το ένστικτο μου με οδήγησε να τρέξω…να τρέξω δεν ξέρω και εγώ πόσο. Δεν μπήκα στα καταφύγια που έγινε ο τάφος χιλιάδων συμπατριωτών. Και άλλη μια φορά, βρέθηκα σε στόχο πυροβολισμών. Με τον αδελφό μου. Χαμός…πιλάλα πάλι. Μπολτ και οι δύο. Εκεί που τρέχαμε στο πουθενά, ξαφνικά μια γυναίκα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και μας έμπασε μέσα. Σωθήκαμε. Το έχω ακούσει και είναι αλήθεια:“Καλύτερα να έχεις ένα γραμμάριο τύχη, παρά 10 κιλά μυαλό”

Με τον αδελφό μου τον μακαρίτη, ξεκινήσαμε να ρίχνουμε παραγάδι στο λιμάνι, βγάζαμε του κόσμου τα χέλια και μουγκριά, κάτι θηρία πράγματα. Και με αυτά ζήσαμε την κατοχή. Είχαμε ψάρι να φάμε και πουλάγαμε κι όλας. Πήγαινα στην αγορά και τα πουλούσα. Τράβηξα όλο το λούκι. Και αργότερα που μεγάλωσα και βρήκα τον επαγγελματικό μου δρόμο, έπρεπε να βοηθάω τα μικρότερα αδέλφια μου. Έκανα διάφορες δουλειές και γα μεγάλο διάστημα παράλληλα με το νυχτερινό σχολείο. Αποφάσισα κάποια στιγμή να πάω μηχανικός στα πλοία. Πήγα ένα χρόνο στη σχολή αλλά δεν με “τράβηξε”. Έβαφα με τον αδελφό μου τα καράβια, έγινα σερβιτόρος στις ψαροταβέρνες του λιμανιού…Αυτό όμως που με ανέβασε ήταν ο αθλητισμός.

Το 1946 πήγα στο κολυμβητικό τμήμα του Εθνικού Πειραιώς. Αλλά ήμουν μεγάλος για να γίνω κολυμβητής. Δίπλα στον Εθνικό ήταν ο Ναυτικός Αθλητικός Σύλλογος που είχε κωπηλασία. Πήγα εκεί, πολύ γρήγορα διακρίθηκα και, γενικότερα ο αθλητισμός με βοήθησε πάρα πολύ. Έφτασα 21 ετών στην Εθνική ομάδα, πάνω στα καλά μου. Μην ξεχνάμε ότι η κωπηλασία έχει “ημερομηνία λήξης” στα 28 περίπου, καθώς είναι πολύ δύσκολο άθλημα που απαιτεί τα πάντα, αντοχή, δύναμη, πνευμόνια.. Ελάχιστοι είναι αυτοί που φθάνουν στα 30.

Αφού πέρασαν λοιπόν τα χρόνια, πήγα στην Ιστιοπλοΐα, το 1955 πλέον, στον Ιστιοπλοϊκό Όμιλο Πειραιά (ΙΟΠ). Πρώτα τραβάς κουπί και μετά πιάνεις πηδάλιο, έλεγαν οι Αρχαίοι και αυτό τήρησα και εγώ… Ο αδελφός μου με τον Οδυσσέα Εσκιτζόγλου είχαν ξεκινήσει με σκάφη τύπου “Lightning”, αστραπή. Αυτή είναι η πρώτη διεθνής κατηγορία που ήρθε στην Ελλάδα. Παράλληλα ο ΙΟΠ είναι από τους ομίλους που εκλαΐκευσε το άθλημα που το είχε η ελίτ, όπως και η κωπηλασία. Το μόνο πρόβλημα που είχα στο ξεκίνημα μου ήταν πως, αντί να με “σπρώχνουν” οι γονείς στον αθλητισμό,  όπως συμβαίνει στις μέρες μας, πηγαίναμε κρυφά για προπόνηση στην κωπηλασία. Ο πατέρας μου έπαιρνε δουλειές στα καράβια και εγώ με τον αδελφό μου έπρεπε να βοηθήσουμε. Μέχρι που αναδείχθηκα πρωταθλητής Ελλάδας και το είδε διαφορετικά.

ΣΤΗ ΦΩΤΟ: Δεξιά ο Στέλιος Μπόνας, αριστερά ο αδελφός του Αντώνης, στη μέση ο Αριστείδης Παλαιολόγος.

 

Το 1956 συμμετείχα στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Μελβούρνη. Τότε για πρώτη φορά έγινε πανελλήνια πρόκριση για τους Αγώνες.  Η Ομοσπονδία έφερε ένα τύπου σκάφους, τα “sharpie” που θα έπαιρνε μέρος στους Ο.Α. Το είχαν επιλέξει οι Αυστραλοί διοργανωτές όπως είχαν το δικαίωμα. Εμείς πρώτη φορά μπήκαμε σε τέτοιο σκάφος και όπως πάντα γίνεται στην Ελλάδα, παραγγέλθηκε την τελευταία στιγμή. Αν πηγαίναμε στους Αγώνες με τον αδελφό μου το Σπύρο και το σκάφος που πήραμε την πρόκριση θα διεκδικούσαμε το χάλκινο μετάλλιο. Τελικά τερματίσαμε στην 9η θέση. Για μια θέση θα ήμουν και εγώ Ολυμπιονίκης, αν και και κακώς στη χώρα μας έχουμε τους 8 πρώτους ως Ολυμπιονίκες.  Το σκάφος πήγε στην Αυστραλία απευθείας από την Ολλανδία. Το δικό μας ταξίδι είχε διάρκεια 56 ωρών με τη γαλλική εταιρία ΤΑΙ και πρώτο σταθμό για ανεφοδιασμό το Αμπαντάν (στην Περσία), αντί του Καϊρου, διότι η Αίγυπτος ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αγγλία λόγω της κρατικοποίησης της διώρυγας του Σουέζ. Επόμενοι σταθμοί ήσαν: Καράτσι (Πακιστάν), Σαϊγκόν (Βιετνάμ), Ντάργουιν (Βόρεια Αυστραλία) Σίδνεϋ και Μελβούρνη. Ανεβήκαμε στο σκάφος και γλιστρούσαμε. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε το παραμικρό, σε μια εβδομάδα ξεκινούσε η διοργάνωση, τί να προλάβεις…Και καρχαρίες γύρω γύρω. Σε  ένα βιβλίο που έχει γραφεί από τον κορυφαίο Πολ Ελβστρεμ, σχετικά αναφέρεται πώς οι αδελφοί Μπόνα έπεφταν στη θάλασσα και πόσο γρήγορα ανέβαιναν πάλι στο σκάφος. Σε όλους έκανε τεράστια εντύπωση. Οι λόγοι ήταν δύο: η ταχύτητα που είχαμε αλλά και…οι καρχαρίες που ήταν τριγύρω στο νερό !

Όλα αυτά χωρίς δραχμή, και χωρίς να έχουμε ένα βιβλίο να διαβάσουμε κάτι. Όλα πρακτικά. Καμία γνώση από ένα βιβλίο, έστω και μεταφρασμένο από τα αγγλικά. Εγώ μόλις 26 ετών, χωρίς να ξέρω και με τί θα ασχοληθώ επαγγελματικά. Τελικά κατέληξα στο εμπόριο. Πώς μπήκα εκεί; Κάποιοι γνωστοί και φίλοι πήγαν στην Αμερική και έκαναν εισαγωγή ελληνικών προϊόντων διατροφής. Εγώ λοιπόν έγινα ο αντιπρόσωπος τους στις ελιές. Γύριζα όλη τη χώρα και αναζητούσα τις κατάλληλες ποικιλίες ελιών να τις στείλω στην Αμερική. Έτσι ξεκίνησα το εμπόριο. Στην πορεία γνώρισα άλλον επιχειρηματία στα είδη λαδιών και διατροφής. Συνέχισα τη ζωή μου χωρίς ποτέ να λησμονώ τα ιδανικά και τα μηνύματα του αθλητισμού.

Το 1980 πάντως, στα 50 μου χρόνια, διεκδίκησα την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Μόσχα. Κατετάγη τρίτος. Ο αδελφός μου ο μικρός ήταν πρώτος, ο Τάσος Μπουντούρης δεύτερος. Ο αδελφός μου δεν πήγε, συμμετείχε ο Μπουντούρης στα “soling” και κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο.

Μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου αποτελεί η ανοιχτή θάλασσα. Θα σας γυρίσω πάλι πίσω, το 1967. Στον ΙΟΠ ανέλαβε πρόεδρος ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, ιδιοκτήτης μεταξύ άλλων του ξενοδοχείου “Κάραβελ”. Πήρε ένα σκάφος, την “Νεφερτίτη”, έγινε μια μετατροπή στις ΗΠΑ, και ήταν έτοιμο για την ανοιχτή θάλασσα. Ανέλαβα εγώ να το “τρέχω”. Και έτσι ξεκίνησα, το 1968. Αυτό το σκάφος το είχα μέχρι το 1974. Μετά έτρεξα με του Κιοσέογλου που είχε τα Τσιμέντα Χαλκίδας και κάποια στιγμή απέκτησα δικό μου. Το Alter ego που έχω τώρα είναι το τρίτο. Στο Ράλι Αιγαίου που είναι ο δυσκολότερος αγώνας από όλους-μαζί με την Άνδρο– έχω συμμετάσχει 37 φορές. Τον περνάω το φίλο μου το Γιάννη Μαραγκουδάκη. Λατρεύω ο Αιγαίο, “τρώω” ξύλο αλλά δεν το βάζω κάτω. Είμαι έτοιμος και για το φετινό αγώνα”. 

Συνταξιούχος του Ταμείου Εμπόρων στα 67 του με 37 χρόνια υπηρεσίας, τα τελευταία 10 σε ανώτατα κλιμάκια. Έπαιρνε 1100 και τώρα λαμβάνει 900 ευρώ…”Και αυτό γιατί κάποιοι άλλοι σε άλλους κλάδους έπαιρναν 4.500 ευρώ το μήνα σύνταξη και 4- 5 συντάξεις μαζί. Και υπάρχουν ακόμα… Και τα άλλα 80 προαπαιτούμενα να καλυφθούν θα ζητήσουν μετα-απαιτούμενα. Ο δανειστής άλλωστε αυτό κάνει, θα σου πιει το αίμα, θα σε σφίξει όσο δεν παίρνει”, σχολιάζει. 

Ο Στέλιος Μπόνας έχει τρία παιδιά και τρία εγγόνια. Από τα παιδιά του μόνο ο μικρότερος ασχολείται με τη Ιστιοπλοΐα.

Το πρωί θα σηκωθεί στις 7.30 και μετά από λίγη ώρα θα βρεθεί κοντά στο Alter Ego του….το δεύτερο “σπίτι του”. Εκεί περνάει τα τελευταία χρόνια τις περισσότερες ώρες της ημέρας του…”Δεν ακολουθώ κάποια ιδιαίτερη διατροφή αλλά δεν κάνω και υπερβολές-λέει. Και το κρασάκι μου θα πιω. Με βοηθάει πολύ η άθληση αλλά και το dna μου”. Ανθρωπος που έχει ζήσει μια ζωή στη θάλασσα, πικραίνεται που ακούει ότι κάθε μέρα (στατιστικά) κάποιος-οι πνίγονται:” Δεν αγαπάμε πολύ τη θάλασσα παρά τα χαρακτηριστικά της χώρας μας. Αυτό είναι έγκλημα, εθνικό έγκλημα. Δεν εκπαιδευόμαστε και πνιγόμαστε. Αλίμονο…”. 

Ο Θεός να τον έχει καλά και να του χαρίζει υγεία και χρόνια…Τον ευχαριστούμε θερμά…

 

error: Content is protected !!