Αρχική ΚΕΝΤΡΙΚΗ Π. Κυπριανού: «Με οδηγεί η δίψα για δόξα»

Π. Κυπριανού: «Με οδηγεί η δίψα για δόξα»

Oεπικεφαλής προπονητής του Πανεπιστημίου της Τζόρτζια, Πέτρος Κυπριανού, χάρη στη συμβολή της Επίκουρου Καθηγήτριας των ΤΕΦΑΑ, Ξένιας Αργειτάκη (Αντιπρόεδρος του ΣΕΓΑΣ και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής), βρέθηκε στην Αθήνα και, μάλιστα, μπροστά σε δεκάδες φοιτητές και καθηγητές της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού ανέλυσε το μοντέλο προπόνησής του. Η εισήγησή του με τίτλο: «Προπόνηση δύναμης, μηχανικά πλεονεκτήματα και ενίσχυση της αθλητικής απόδοσης», έχει ως στόχο να παρουσιάσει έναν διαφορετικό τρόπο προπόνησης, χρησιμοποιώντας αρκετά βάρη.

Η αρχή της, άκρως επιτυχημένης, προπονητικής καριέρας του κ. Κυπριανού έγινε στο Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα, όπου έκανε το μεταπτυχιακό του στη βιοκινητική με αποκορύφωμα τον τίτλο που κέρδισε με τη Νατάσσα Κυβελίδου στο έπταθλο.  Επόμενο βήμα ήταν το Μπόις Στέιτ και από το 2008 βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια. Έδωσε το “παρόν” στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 2016, ως βοηθός προπονητή στην ομάδα στίβου της Εσθονίας.

Ο Πέτρος Κυπριανού μίλησε αποκλειστικά στο welovesports.gr για όλα… Από τη δύσκολη αρχή στη Θεσσαλονίκη, στη δύσκολη μετάβαση του στην Αμερική και στο Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα, μέχρι και τη βράβευσή του ως κορυφαίου προπονητή μέσω της δουλειάς που έχει κάνει στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια.

Κόουτς, για να σας γνωρίσουμε καλύτερα, θα θέλαμε να μας δώσετε τα σημεία της καρίερας σας, στα οποία οφείλεται η καταξίωσή σας.

-Πρώτα απ’όλα, πολλοί δεν γνωρίζουν ότι δεν ξεκίνησα από τα μεγάλα σαλόνια του στίβου. Ξεκίνησα από τα «υπόγεια» γυμναστήρια της Κύπρου, της Λεμεσού και μετά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με πολλές δυσκολίες, όπως ξέρετε, σε θέμα εγκαταστάσεων, αλλά με καλούς προπονητές και καθηγητές και περισσότερο δίψα για δόξα, γιατί ποτέ δεν το έκανα αυτό για τα λεφτά. Το σημείο καταξίωσης θα έλεγα, ήταν στην Αμερική γιατί, εκεί, υπάρχει το αμερικάνικο όνειρο, αν ξέρετε. Όταν σε βλέπουν να είσαι παθιασμένος για δόξα και διάκριση και έχεις την όρεξη για δουλειά, με αποτέλεσμα πάντα, οι Αμερικάνοι δεν σε αφήνουν να φύγεις. Έτσι, μου έδωσαν την ευκαιρία και την άρπαξα από τα… μαλλιά.

Η ακαδημαϊκή και προπονητική σας πορεία πως κατάφεραν να προοδεύσουν παράλληλα και αν σας φέρουν στην κορυφή, την οποία κατακτήσατε το 2017;

-Έκανα το μεταπτυχιακό μου με τον Νίκο Στεργίου στη Νεμπράσκα, καταξιωμένο καθηγητή βιοκινητικής, και, παράλληλα, βοηθούσα εκεί στο Πανεπιστήμιο. Η προπονητική ήταν κάτι που με τραβούσε περισσότερο από την ακαδημαϊκή καριέρα, απλά η ακαδημαϊκή μου πορεία με βοήθησε στην προπονητική, ώστε να δώσω επεξηγήσεις, στο γιατί συμβαίνει το καθετί μέσα στον στίβο, οπότε το ένα βοήθησε το άλλο.

-Πλέον είστε ο επικεφαλής προπονητής στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια, πιστεύετε πως η παράλληλη πορεία ακαδημαϊκής και προπονητικής καριέρας σάς βοήθησε να φτάσετε σε αυτό το επίπεδο;

-Βεβαίως, γιατί το ένα συνδέεται με το άλλο, πάντα υπάρχει το γιατί… Όπως οι αρχαίοι Έλληνες προσπαθούσαν να επεξηγήσουν κάποια φαινόμενα, πάντα είχα αυτό το μικρόβιο μέσα μου που με οδηγούσε να ψάχνω το γιατί. Με την έρευνα ήρθε η εμπειρία και με την εμπειρία ήρθαν τα αποτελέσματα.

-Στα Πανεπιστήμια της Νεμπράσκα και της Τζόρτζια, που έχετε φοιτήσει, προπονήσει και διδάξει, υπάρχουν άρτιες υλικοτεχνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες στην Ελλάδα δεν υπάρχουν; 

-Και ναι και όχι. Το Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένο από πλευράς εγκαταστάσεων, οπότε ο προπονητής έπρεπε να δουλέψει την εφευρετικότητά του ώστε να βρει το κατάλληλο πρότζεκτ και να το προβάλει σε υψηλά επίπεδα. Εγώ πάντα το έλεγα, και στο τεχνικό μου επιτελείο, ότι πάντα θα επιλέγω έναν καλό συνεργάτη από τις εγκαταστάσεις. Δεν με ενδιαφέρει τι λέει και τι σκέφτεται όλος ο υπόλοιπος κόσμος, οι καλύτεροι προπονητές και οι καλύτεροι αθλητές με τους οποίους έχω δουλέψει έρχονται από πολύ χαμηλά και πέτυχαν γιατί είχαν μέσα τους το μικρόβιο της επιτυχίας, γιατί το ήθελαν περισσότερο από αυτούς που είχαν τις μεγάλες εγκαταστάσεις.

-Τι χρειάζεται για να γίνει κάποιος επιτυχημένος προπονητής;

-Πάντα έβλεπα τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα παγκόσμια πρωταθλήματα ως τον κολοφώνα του αθλήματός μας. Δεν με ενδιέφεραν τόσο πολύ οι μικρές επιτυχίες, πάντα ήθελα να έχω δόξα, δεν έδινα σημασία στη χρηματική αμοιβή, η οποία είναι τώρα σε πολύ καλά επίπεδα, αλλά ποτέ δεν την κυνήγησα. Είναι κάτι που θέλω να δώσω σαν συμβουλή στους νέους προπονητές. Το παράπονο ήταν πάντα ότι δεν βγάζουμε αρκετά. Αν το κάνεις για τα λεφτά, τότε, είσαι στο λάθος επάγγελμα. Είμαι από αυτούς που τους αρέσει πρώτα να δείχνουν πριν ζητήσουν. Πάντα βοηθάει να έχεις τις εγκαταστάσεις και τη στήριξη, αλλά όπως είπα και πριν, θα προτιμούσα να βρω το μεγάλο ταλέντο μόνος μου. Παιδιά, όπως η Νίκη Ξάνθου ή ο Μάκης Κορκίζογλου, υπάρχουν εκεί έξω και είναι ακόμα καλύτερα και μεγαλύτερα ταλέντα, απλά πρέπει να βρει ο προπονητής τον χρόνο, τον τρόπο και τη δίψα για διάκριση. Μπορείς να το κάνεις και με δυο-τρεις ώρες τη μέρα. Δε χρειάζεται να είναι επαγγελματικά στην αρχή. Η επαγγελματική κατάρτιση θα έρθει σιγά σιγά. Αλλά αυτό που με βοήθησε εμένα να φτάσω ως εδώ είναι η δίψα για δόξα.

-Αναφέρατε στο σεμινάριό σας πως: «Ένας στόχος χωρίς σχέδιο είναι απλά μια ευχή», και, προηγουμένως, τονίσατε ότι εάν κάποιος επιζητά τα χρήματα είναι σε λάθος επάγγελμα, δεν είναι και οι υψηλές αμοιβές ένας στόχος;

-Βέβαια. Αν διαβάσετε την ιστορία του Στιβ Τζομπς, δεν τον ενδιέφερε το χρήμα, αυτό καθεαυτό. Κι εγώ έχω κάνει δουλειές που σιχαινόμουν, έχω δουλέψει οικοδομή, σε αμπέλια, μεγάλωσα με πολύ λίγα, αλλά ήταν αρκετά για να με φέρουν εκεί που ήθελα, είχα ό,τι χρειαζόμουν. Το να επιζητά κάποιος τη δόξα, σημαίνει ότι θέλει να έχει μια καλύτερη ζωή, οπότε μέσω του αθλητισμού και των επιτυχιών ήρθαν και αυτά. Απλά μου πήρε 15 χρόνια.

-Πώς κάνετε την επιλογή των αθλητών που στελεχώνουν την ομάδας σας, υπάρχει κάποιο κριτήριο που θέλετε να τους διακρίνει;

-Διαλέγω τους αθλητές που ταιριάζουν καλύτερα στο μοντέλο που δουλεύω. Το χειρότερο πράγμα είναι οι σχέσεις μεταξύ αθλητή και προπονητή, οι οποίες έρχονται μέσα από πίεση και την απουσία χημείας. Οι αθλητές που φέρνω στο Πανεπιστήμιο, είναι και καλοί μαθητές αλλά και καλοί αθλητές, όχι πάντα με μεγάλες επιδόσεις. Το τμήμα σκάουτινγκ αλλά και εγώ προσωπικά επιλέγουμε αθλητές, των οποίων οι αξίες να ταιριάζουν με το δικό μου προπονητικό ταλέντο. Στις αρχές της προπονητικής μου καριέρας έκανα πολλά λάθη, δούλεψα με αθλητές που δεν ταίριαζαν με το δικό μου προπονητικό μοντέλο, κάποιοι βελτιώθηκαν κάποιοι απέτυχαν και έχω μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Όπως είχε πει και ο Μάικλ Τζόρνταν: «Έχω αποτύχει 10.000 για να πετύχω μια». Και στη δική μου περίπτωση δεν υπάρχει διαφορά.

-Αυτή τη στιγμή στην ομάδα σας, ποιους Κύπριους και Έλληνες αθλητές έχετε;

-Τώρα έχω την Τατιάνα Κούσιν, τη Γεωργία Στεφανίδη, τον Αλέξανδρο Πουρσανίδη και θα μας έρθει και ο Αντώνιος Μέρλος. Τώρα, δυστυχώς έχω μόνο 18 υποτροφίες για όλες τις χώρες και όσο πιο δυνατή είναι οι ομάδα τόσο πιο ανταγωνιστικά είναι τα κριτήρια.

-Στην Ελλάδα πολλοί αθλητές δεν μπορούν να συνδυάσουν σπουδές και προπονήσεις και αναγκαστικά αφήνουν το ένα από τα δυο. Στην Αμερική που το ένα είναι μέρος του άλλου, πως συνδυάζονται;

-Αυτό είναι κάτι που πάντα το έλεγα και στο υπουργείο Αθλητισμού και στον ΣΕΓΑΣ, πριν από πολλά χρόνια είχα κάνει κάποιες προτάσεις και τόνιζα πως η οργάνωση του NCAA είναι πολύ εύκολη και μπορεί να γίνει στην Ελλάδα, απλά απαιτεί πολύ έρευνα και δουλειά. Το NCAA σε «αναγκάζει» να πάρεις ένα πτυχίο και να πετύχεις ως αθλητής, οπότε σε αυτόν το συνδυασμό τα μαθήματα είναι γύρω από την προπόνηση και το αντίστροφο. Αν, για παράδειγμα, ο μέσος όρος σου είναι χαμηλός δεν σου επιτρέπεται αν αγωνιστείς, οπότε ή χάνεις την υποτροφία ή δεν έχεις τη δυνατότητα να αγωνιστείς. Συνδυαστικά, παίρνεις ένα καλό πτυχίο στα τέσσερα πέντε χρόνια και έχεις πολλές πιθανότητες να βρεις δουλειά, αν δεν πετύχεις στον αθλητισμό. Τα Πανεπιστήμια πάντα βοηθάνε μέσω γνωριμιών ώστε να βρει δουλειά ένας αθλητής. Φέρνουμε σε επαφή τους νέους φοιτητές με παλαιούς. Ουσιαστικά αυτοί που τελειώνουν το Πανεπιστήμιο μένουν κοντά, οι οποίοι πλέον είναι διακεκριμένοι επιστήμονες ή επιχειρηματίες και θέλουν να βοηθήσουν τα νέα παιδιά. Εμείς τους δίνουμε ευκαιρίες. Για παράδειγμα οι μισοί από τους αθλητές που είχα πάρει μαζί μου στο Ρίο και στο Λονδίνο έχουν προτάσεις για δουλειά και, πλέον, εξαρτάται από αυτούς τι θέλουν να κάνουν και που θέλουν να δουν τον εαυτό τους. Ο στόχος μου εμένα σαν προπονητής δεν είναι μόνο τα μετάλλια και οι επιτυχίες. Αυτό είναι σε προσωπικό επίπεδο. Στο τέλος της ημέρας, η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να πάρει ένας προπονητής είναι δει τον αθλητή του να προοδεύει. Η Νατάσα Κυβελίδου για παράδειγμα είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου, αυτή τη στιγμή, διδάσκει σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στη Νεμπράσκα. Για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση, όχι ότι έχω να κάνω εγώ με την ακαδημαϊκή της πορεία αλλά αυτή η κοπέλα είχε δίψα για μάθηση κι επιτυχία. Της μετέδωσα, έστω και σε μικρό ποσοστό, την ίδια δίψα που έχω κι εγώ.

-Πόση δύσκολη, πιστεύετε, ότι είναι η προσαρμογή των Ελλήνων αθλητών φοιτητών που συνεργάζεστε, στο συνδυασμό φοίτησης – προπόνησης;

-Είναι μια πολύ μεγάλη πρόκληση, τους παίρνει πολύ καιρό, κάποιες φορές και κοντά στα δύο χρόνια. Πολλοί νομίζουν ότι είναι εύκολο, αλλά δεν είναι καθόλου. Ζητάνε υποτροφία, αλλά για να την πάρεις είναι τόσο μεγάλη διαδικασία και πρέπει να πληροίς τόσες πολλές προδιαγραφές και προϋποθέσεις… Δυστυχώς, η κουλτούρα μας εδώ δεν βοηθάει. Οι Αμερικάνοι είναι πολύ οργανωμένοι, έχουν αυτοπειθαρχία και γενικά υπακούν στους κανονισμούς. Το κοινό σημείο που έχουν όλοι οι Έλληνες αθλητές, όταν έρχονται εκεί, είναι το εξάμηνο που χρειάζονται προκειμένου να μάθουν να συνδυάζουν τη φοίτηση με τον αθλητισμό, αλλά όσο μπορώ τους βοηθάω κι εγώ. Τουλάχιστον όσους έρχονται στο δικό μας Πανεπιστήμιο. Έτσι, σταδιακά οι έξι μήνες γίνονται ένας.

-Οι Έλληνες αθλητές αποθαρρύνονται βλέποντας τις ελλείψεις ακόμα και στα βασικά και καταλήγουν ύστερα από μερικά χρόνια να σταματούν τελείως τον αθλητισμό. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει προκειμένου να σταματήσει αυτό το φαινόμενο;

-Πιστεύω ότι τώρα με τον ΣΕΓΑΣ, με αυτά τα σεμινάρια που πραγματοποιούν, δίνουν κάποιες εναλλακτικές προπονήσεις χωρίς να χρειάζονται άρτια εξοπλισμένες εγκαταστάσεις. Πρέπει να αποδείξουμε στην πολιτεία ότι μπορούμε να φέρουμε μεγάλες επιτυχίες χωρίς πολλά. Δηλαδή μέχρι το 2004, η Ελλάδα είχε πολλά μετάλλια σε μεγάλες διοργανώσεις με πολύ λίγα. Δεν είναι ότι είχαμε καλύτερες εγκαταστάσεις ή παραπάνω χρήματα, απλά οι αθλητές με τους προπονητές τότε απέδειξαν ότι το μοντέλο δουλεύει. Δεν ξέρω τι έγινε μετά το 2004 και που «χάθηκε» η μπάλα. Η εισήγηση που θα έκανα είναι ότι πρέπει να υπάρχει συνεργασία, όχι μόνο με μένα, υπάρχουν εκεί έξω πολλοί διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες. Εγώ θα το έκανα δωρεάν γιατί θέλω να επιστρέψω κάτι στο σύστημα που με ανέδειξε. Πρέπει να υπάρξει συνεργασία με άλλες χώρες. Είναι πολύ καλό να βλέπεις ένα διαφορετικό μοντέλο. Έμαθα τους Αμερικάνους και επειδή ξέρω τη κουλτούρα μας εδώ μπορώ να βοηθήσω. Πρέπει, ως Έλληνες, να είμαστε ανοιχτόμυαλοι.

-Ξεκινήσατε ως αθλητής του δεκάθλου, σε παλαιότερη συνέντευξη που είχατε δώσει, είπατε ότι η πρώτη σας δουλειά ως προπονητής ήταν στη άρση βαρών. Αυτό επηρέασε καθόλου τον τρόπο που προπονείται τους αθλητές στίβου;

-Έχω μεγάλο σεβασμό στην άρση βαρών, όχι επειδή η Ελλάδα είχε τις πολύ μεγάλες επιτυχίες στο παρελθόν, απλά από πλευράς συγκέντρωσης και το τι περνάνε αυτά τα παιδιά. Για παράδειγμα το μοντέλο της Γεωργίας ή της Σοβιετικής Ένωσης, χωρίς τα φάρμακα, με ενθουσίασε το πόσο συγκεντρωμένοι ήταν στον στόχο τους. Προσωπικά δουλεύοντας σε αυτόν τον τομέα με βοήθησε πάρα πολύ, γιατί η άρση βαρών και ο στίβος έχουν πάρα πολλά κοινά. Μην πάτε μακριά, της Βούλας Πατουλίδου, ο άντρας της είναι καθηγητής άρσης βαρών. Αυτό είναι και το μοντέλο που πιστεύω δουλεύει καλύτερα στην Ελλάδα. Δεν είναι τα βαρέα βάρη, να το ξεκαθαρίσω για να μην παρεξηγηθώ, είναι τα λίγα που προσθέτουν ευλυγισία.

-Αυτή τη στιγμή είστε ο μόνος προπονητής στο NCAA που βγάζει το δικό του πρόγραμμα προπόνησης. Αυτό συμβαίνει γιατί θέλετε να το βγάζετε σύμφωνα με τους αθλητές που έχετε στα χέρια σας;

-Κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ στο αμερικάνικο σύστημα είναι η ύπαρξη πολλών προπονητών. Ο κάθε αθλητής είναι διαφορετικός. Οι μάχες που έχω δώσει για να με αφήσουν να το κάνω και τα πτυχία που έπρεπε να πάρω για να τους αποδείξω ότι «ναι, δουλεύει αυτό το μοντέλο», ήταν πολλές. Ο Αμερικάνος δεν θα αρνηθεί αν υπάρχουν αποτελέσματα. Θα σου δώσει ότι χρειαστείς.

-Αναφέρατε στο σεμινάριο πως η σχέση σας με τους αθλητές χτίζεται τελείως διαφορετικά απ’ ότι γίνεται στην Ελλάδα. Υπάρχει διαπροσωπική σχέση ανάμεσα σε εσάς και τους αθλητές ώστε να ξέρετε ότι μπορεί να αποδώσει καλύτερα σε καθημερινή βάση;

-Οι σχέσεις που χτίζω είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας μου. Πρέπει να ξέρει ο προπονητής και ο αθλητής που είναι τα όρια. Ναι, πρέπει να υπάρχει μια διαπροσωπική επαφή, να υπάρχει επικοινωνία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε φίλοι ή κάτι παραπάνω. Εγώ βλέπω τον εαυτό μου ως επαγγελματία προπονητή που έχει ένα στόχο: να δει αυτά τα παιδιά να πετύχουν. Ο προπονητής έχει μεγάλη δύναμη πάνω σε έναν αθλητή. Ο κάθε αθλητής βλέπει τον προπονητή του σαν γονέα. Ειδικά σε περιπτώσεις που υπάρχουν μεγάλες επιτυχίες, «κρέμεται» από τον προπονητή του. Έχω δει προπονητές να εκμεταλλεύονται αυτά τα συναισθήματα προς όφελός τους, είμαι της άποψης ότι πρέπει να διοχετεύουμε αυτά τα συναισθήματα προς τη θετική διαμόρφωση του αθλητή, του χαρακτήρα του, αλλά και της αθλητικής του παιδείας. Ο αθλητισμός δεν θα κρατήσει για πάντα, πολλοί αθλητές εδώ στην Ελλάδα όταν τελειώνουν πέφτουν σε κατάθλιψη και έχουν πολλά προβλήματα. Πρέπει σαν προπονητής να προετοιμάσεις τους αθλητές σου για τα άσχημα, για τις αποτυχίες. Πάντα λέω στους δικούς μου ότι «πρέπει να βλέπουν την επιτυχία σαν αποτυχία και το αντίστροφο». Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία δουλεύω με τους αθλητές μου: θέλω να υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη.

Ο επικεφαλής προπονητής του Πανεπιστημίου της Τζόρτζια, Πέτρος Κυπριανού με την Επίκουρο Καθηγήτρια, Ξένια Αργειτάκη